διαπύλιον

διαπύλιον [pron. full] [ῠ], τό, ([etym.] πύλη)
A gate-toll, Arist.Oec.1348a26, PTeb.8.19 (iii/ii B.C.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαπύλιον — διαπύλιον, το (Α) στον πληθ. «διαπύλια τέλη» τέλη που εισπράττονται από δήμο ή κοινότητα για εισερχόμενα ή εξερχόμενα εμπορεύματα ή φορτία …   Dictionary of Greek

  • διαπύλιον — gate toll neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.